αδιάδοχος

αδιάδοχος
η , ο
1) не подлежащий наследованию; 2) не имеющий наследников

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужно решить контрольную?

Смотреть что такое "αδιάδοχος" в других словарях:

  • αδιάδοχος — ἀδιάδοχος, ον (Μ) [διάδοχος] αυτός που δεν υπόκειται σε διαδοχή, μόνιμος, διαρκής, αιώνιος …   Dictionary of Greek

  • ἀδιάδοχος — without successor masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀδιαδόχως — ἀδιάδοχος without successor adverbial ἀδιάδοχος without successor masc/fem acc pl (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀδιάδοχον — ἀδιάδοχος without successor masc/fem acc sg ἀδιάδοχος without successor neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀδιαδόχοις — ἀδιάδοχος without successor masc/fem/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀδιαδόχου — ἀδιάδοχος without successor masc/fem/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀδιαδόχους — ἀδιάδοχος without successor masc/fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀδιαδόχων — ἀδιάδοχος without successor masc/fem/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀδιαδόχῳ — ἀδιάδοχος without successor masc/fem/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀδιάδοχα — ἀδιάδοχος without successor neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀδιάδοχοι — ἀδιάδοχος without successor masc/fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»